Σε κίνδυνο τα δικαιώματα των γυναικών στο Ιράκ

26.3.2014
Πηγή: https://translateforjustice.com/2014/04/01/frauenrechte-im-irak/

(Πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά: https://www.opendemocracy.net/opensecurity/erin-evers/women%e2%80%99s-rights-under-threat-in-iraq)

Μετάφραση από τα γερμανικά: Translate for Justice

Erin Evers

Κανείς δεν αμφιβάλλει πλέον ότι η ιρακινή κυβέρνηση, η οποία διαμορφώνεται από Σιίτες, απομακρύνεται όλο και περισσότερο από το λαό της, που αποτελείται κατά κύριο λόγο από Σουνίτες. Όμως ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της πόλωσης για τα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών;

Τον Οκτώβριο του 2013 ο υπουργός Δικαιοσύνης του Ιράκ, παρουσίασε στο υπουργικό συμβούλιο ένα σχέδιο νόμου, με το οποίο θα νομιμοποιούνταν ο γάμος ανηλίκων και θα περιορίζονταν δραστικά τα δικαιώματα των γυναικών σε ότι αφορά το διαζύγιο και την επιμέλεια των παιδιών. Το προσχέδιο περιείχε τόσο σοβαρές διακρίσεις κατά των γυναικών και των κοριτσιών, και σε κάποιες περιπτώσεις τόσο προσβλητικό, που κάποιες ανθρωπιστικές οργανώσεις, οι οποίες ασχολούνται με την κατάσταση στο Ιράκ, ήθελαν να το απορρίψουν.

Σύμφωνα με το άρθρο 79 του Νόμου «Jaafari» περί της οικογενειακής κατάστασης (Jaafari Personal Status Law) θα επιτρεπόταν σε μια γυναίκα να χωρίσει τον άντρα της μόνο αν εκείνος είναι ανίκανος ή αν έχει ακρωτηριαστεί το πέος του. Αντιθέτως εκείνος μπορεί να χωρίσει τη γυναίκα του για έξι λόγους, δύο από τους οποίους σχετίζονται με εξανθήματα που μπορεί να έχει η γυναίκα στο δέρμα της. Το Δεκέμβριο του 2013 το υπουργικό συμβούλιο ανέβαλε την συζήτηση για το σχέδιο νόμου και διαβεβαίωσε ότι δε θα ψηφιστεί πριν τις εκλογές στις 30 Απριλίου και χωρίς τη συγκατάθεση της ανώτατης θρησκευτικής αρχής των Σιιτών, Marja-e taqlid. Για αυτόν το λόγο πολλοί Ιρακινοί σοκαρίστηκαν όταν έμαθαν ότι το νομοσχέδιο είχε εγκριθεί στις 25 Φεβρουαρίου και είχε υποβληθεί στο κοινοβούλιο.

Το σχέδιο νόμου θα ίσχυε για τους Σιίτες, οι οποίοι αποτελούν την μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα στο Ιράκ. Βασίζεται στη θρησκευτική-νομική σχολή Dschaʿfar, που ιδρύθηκε από τον έκτο Σιίτη Ιμάμ Dschaʿfar as-Sādiq. Σύμφωνα με τα 254 άρθρα, ένας μουσουλμάνος Σιίτης για παράδειγμα, απαγορεύεται να παντρευτεί μία μη μουσουλμάνα. Επίσης νομιμοποιείται ο βιασμός στο γάμο. Ένας σύζυγος έχει το δικαίωμα να συνευρίσκεται με τη σύζυγό του, χωρίς τη συγκατάθεσή της, και μια γυναίκα απαγορεύεται να βγει από το σπίτι χωρίς την έγκριση του άντρα της. Σύμφωνα με το νόμο, σε περίπτωση διαζυγίου η επιμέλεια των παιδιών 2 ετών και άνω παραχωρείται στον πατέρα. Επιπλέον, το κατώτατο όριο ηλικίας γάμου στα κορίτσια θα μειωθεί στα 9 χρόνια και στα αγόρια στα 15. Ακόμα και μικρότερα κορίτσια θα επιτρέπεται να παντρευτούν, εφόσον υπάρχει η συγκατάθεση των γονέων.

Αν και δεν είναι σίγουρο, τι θα καλύπτει το νομοσχέδιο, είναι πιθανό να αποτελεί μία εναλλακτική λύση για τον παρόντα νόμο περί της οικογενειακής κατάστασης στο Ιράκ, ο οποίος εφαρμόζεται στους τομείς του γάμου, του διαζυγίου, της επιμέλειας παιδιών και της κληρονομιάς. Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch) σημείωσε πρόσφατα σε μία έκθεσή του, ότι το νομοσχέδιο θα παραβίαζε τις διεθνείς υποχρεώσεις του Ιράκ, μεταξύ αυτών και τη «Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών».

Ίσως όμως το κοινοβούλιο να μην μπορέσει να θέσει το νομοσχέδιο προς ψήφιση. Λόγω πολιτικών αδιεξόδων, σπάνια ψηφίζει τα νομοσχέδια και προς το παρόν δεν μπορεί να δράσει εξαιτίας των συζητήσεων για τον προϋπολογισμό. Η κοινοβουλευτική περίοδος λήγει σύντομα. Μερικοί βλέπουν το νομοσχέδιο σαν μία απροκάλυπτη προσπάθεια της κυβέρνησης να αποσπάσει την προσοχή από την κρίσιμη ανθρωπιστική κατάσταση που επικρατεί στην πολεμοπαθή επαρχεία του al-Anbar, στην οποία ζουν κατά βάσει Σουνίτες. Άλλοι πιστεύουν ότι πρόκειται για μία επίδειξη δύναμης του υπουργού Δικαιοσύνης Hassan al-Shimmari: Σε περίπτωση που αναλάβει και πάλι καθήκοντα υπουργού Δικαιοσύνης μετά τις εκλογές, θα χρειαστεί την υποστήριξη του σιιτικού-συντηρητικού κόμματος al-Fadhela (Αρετή).

Εξευτελισμός

Μεγάλο μέρος του ιρακινού λαού άσκησε έντονα και άμεσα την κριτική του: από τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, μέχρι την πληθώρα επικρίσεων των δημοσιογράφων, των μελών του κοινοβουλίου ακόμα και κάποιων Σιιτών θρησκευτικών ηγετών. Η αντίσταση των Ιρακινών πήγαζε εν μέρει από το θυμό τους για το θρησκευτικό διχασμό, αλλά και από την έντονη ανησυχία για την καταπάτηση των δικαιωμάτων των γυναικών, η οποία συχνά παραβλέπεται και από φόβο ότι το νομοσχέδιο αυτό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου.

Το απόσπασμα του Νόμου «Jaafari» που συντάχτηκε από το υπουργικό συμβούλιο, δήλωνε ξεκάθαρα, ότι η Ιρακινή κυβέρνηση, σε μία κατάσταση πολιτικής αστάθειας και αυξανόμενης θρησκευτικής βίας, παραγκώνισε τα δικαιώματα των γυναικών χωρίς δεύτερη σκέψη. Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι όλος αυτός ο «σάλος» ήταν μόνο ένας αντιπερισπασμός από τα «πραγματικά» προβλήματα του Ιράκ. Επειδή όμως η βία, η έλλειψη κράτους δικαίου, όπως και η διάσπαση σε μικρότερες πολιτικές ομάδες στο Ιράκ δεν φαίνονται να υποχωρούν, τίθεται το ερώτημα, πότε θα είναι η «κατάλληλη» στιγμή να γίνει συζήτηση σχετικά με την άθλια κατάσταση των δικαιωμάτων της γυναίκας στη χώρα.

Το δίκαιο οικογενειακής κατάστασης του Ιράκ θεωρείται στην περιοχή ως ένα από τα πλέον προοδευτικά, όμως τα δικαιώματα των γυναικών δέχτηκαν σοβαρά πλήγματα από τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991. Εκείνη την εποχή, ο Saddam Hussein (Σαντάμ Χουσεΐν) χρησιμοποίησε τις ισλαμικές και φυλετικές παραδόσεις ως πολιτικό μέσο, για να εδραιώσει τη φθίνουσα εξουσία του. Έτσι χάθηκε η οποιαδήποτε πρόοδος σχετικά με τη θέση των γυναικών και των κοριτσιών στην ιρακινή κοινωνία. Από τότε, οι γυναίκες πέφτουν υπερβολικά συχνά θύματα διακρίσεων και βίας. Οι απώλειες και οι βιαιοπραγίες συχνά δεν αναφέρονται και δε φτάνουν στο φως της δημοσιότητας.

Η θέση των γυναικών του Ιράκ επιδεινώθηκε από την έλλειψη ασφάλειας που προκλήθηκε από την κατοχή των ΗΠΑ, την οποία ακολούθησε θρησκευτική διαμάχη, που επηρέασε όλη τη χώρα. Το 2003 το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατέγραψε κύμα σεξουαλικής βίας και απαγωγών στη Βαγδάτη. Οι γυναίκες και τα κορίτσια δήλωσαν στην οργάνωση ότι, λόγω της έλλειψης ασφάλειας και του φόβου τους για βιασμούς και απαγωγές, δε βγαίνουν σχεδόν καθόλου από το σπίτι και δεν τολμούν συχνά να πάνε στο σχολείο ή στη δουλειά. Παρά το γεγονός ότι και πολλοί άντρες έπεσαν επίσης θύματα απαγωγής, οι επιπτώσεις για τις γυναίκες και τα κορίτσια είναι σοβαρότερες, καθώς έτσι προσβάλλεται και η τιμή της οικογένειας. Στη Βασόρα, στο Νότιο Ιράκ, οι γυναίκες δέχθηκαν άγρια επίθεση από πολιτοφύλακες, πριν εισβάλει η ιρακινή κυβέρνηση το 2008 στην πλούσια σε πετρέλαιο περιοχή, για να επανακτήσει τον έλεγχο.

Το 2011 μια ακόμα έκθεση του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επισήμανε τον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν οι νεαρές γυναίκες: «Χηρεύουν, πέφτουν θύματα εμπορίας ανθρώπων, ξυλοδαρμού στο σπίτι, αναγκάζονται να παντρευτούν σε μικρή ηλικία, και όταν βγαίνουν από το σπίτι πέφτουν θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης». Το ΠΑΔ διαπίστωσε ότι και οι κρατικές δυνάμεις συμμετείχαν στην κακοποίηση των γυναικών. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν η σεξουαλική βία εναντίον πολιτικών ακτιβιστριών και γυναικών, συγγενών αντιφρονούντων. Ο ιρακινός νόμος, ωστόσο, προστατεύει όσους βιαιοπραγούν εναντίων των γυναικών: Στο ποινικό δίκαιο της χώρας, «τα ζητήματα τιμής» ως κίνητρο λαμβάνονται ως ελαφρυντικό στοιχείο, ακόμα και όταν πρόκειται για φόνο, και δίνει στους συζύγους το δικαίωμα να «πειθαρχούν» τις γυναίκες τους.

Η αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού

Πέρα από τις διακρίσεις που θεμελιώνει το νομοσχέδιο και τις καταστρεπτικές για τα δικαιώματα των γυναικών συνέπειές του, το νομοσχέδιο «Jaafari» κάνει ορατή την αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού της χώρας. Αυτό καθιστά δυνατή την επιβολή ακόμη πιο συντηρητικών απόψεων στις γυναίκες, περιορίζοντας την ελευθερία τους και τη θέση τους στην κοινωνία. Ο νόμος θα εδραίωνε και θα ενέκρινε τις ήδη συνήθεις παραβάσεις.

Οι γάμοι ανήλικων παιδιών βρίσκονται σε συνεχή άνοδο από το 2003. Σύμφωνα με το Διεθνές Γραφείο Αναφοράς Πληθυσμού (Population Reference Bureau), το 25% των κοριτσιών παντρεύεται πριν τα 18 και το 6% πριν τα 15. Επιπλέον, η ανθρωπιστική κρίση στο al-Anbar αφορά υπερβολικά συχνά γυναίκες και παιδιά, ενώ η κυβέρνηση εθελοτυφλεί. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από τις συνεντεύξεις που πήρα στη Βαγδάτη σε περισσότερες από 12 γυναίκες, οι οποίες ξέφυγαν από τους συνεχείς βομβαρδισμούς με ολμοβόλα στη Φαλούτζα.

Μεγάλο μέρος των διεθνών αντιδράσεων όσον αφορά το νομοσχέδιο όμως δεν εστίαζε στο πρόβλημα. Δε θα έπρεπε να θεωρηθεί λανθασμένα ως έκφραση της συντηρητικότητας της σιιτικής ιρακινής κοινότητας, καθώς αυτή καταδίκασε το νομοσχέδιο τόσο έντονα όσο και άλλες θρησκείες. Αυτό είναι μάλλον μέρος της ευρύτερης πολιτικής της κυβέρνησης του Nuri al-Maliki, κατά την οποία καταπατούνται δικαιώματα για να επιτευχθούν άλλοι στόχοι.

Οι οργισμένες λαϊκές αντιδράσεις για τη στήριξη του νομοσχεδίου από το υπουργικό συμβούλιο στο εσωτερικό της χώρας δείχνουν μία γενική δυσαρέσκεια με την έλλειψη κυβερνητικής διαφάνειας, την αυξανόμενη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και τη διάβρωση του κράτους δικαίου. Σε αυτά προστίθεται και η απογοήτευση για τον αυξανόμενο δεσποτισμό και αιρετισμό, καθώς και για την ανάθεση της εξουσίας σε μη αντιπροσωπευτικά κόμματα. Και όλα αυτά σε ένα σύστημα που δεν επιτρέπει την εδραίωση των θρησκευτικών στοιχείων. Περισσότερο υποφέρουν αυτοί που δεν έχουν δική τους φωνή. Οι γυναίκες, που αποτελούν πάνω από το μισό των 36 εκατομμυρίων κατοίκων του Ιράκ, δεν μπορούν να αντιδράσουν στη νέα πολιτική πραγματικότητα, γεγονός που τις καθιστά κύρια θύματα αυτού του χαοτικού συστήματος αξιών.

Ως τώρα, η ιρακινή κοινωνία δεν ήταν σε θέση να εναρμονίσει την παλιά θρησκευτική τάξη πραγμάτων με τη σιιτική κυριαρχία του σήμερα, δηλαδή της «μετά-Σαντάμ» εποχής. Το νομοσχέδιο «Jaafari» είναι εν μέρει αποτέλεσμα των φόβων θρήσκων πολιτικών ότι τα σιιτικά έθιμα δε θα αντιμετωπίζονται με το δέοντα σεβασμό. Πολλοί Σιίτες πολιτικοί είναι ακόμη στιγματισμένοι από τον παλαιότερο διωγμό τους παρόλο που σήμερα αποτελούν την πλειοψηφία του ιρακινού πληθυσμού. Από φόβο μην τους αγνοήσουν, «φωνάζουν» για να ακουστούν. Και ο νόμος «Jaafari» είναι η κραυγή τους.

Ωστόσο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το να ακολουθείται μια ιδιαίτερα αυστηρή ερμηνεία θρησκευτικών παραδόσεων σε βάρος των δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών στο Ιράκ. Όσο επικρατεί στο Ιράκ αυτός ο θανάσιμος συνδυασμός θρησκευτικής βίας και αδιάλλακτης στάσης της κυβέρνησης, στον τομέα των δικαιωμάτων των παιδιών και των γυναικών δε θα υπάρξει καμία πρόοδος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s