Από την Ερυθραία στην Ιταλία: Η φυγή ενός φοιτητή από την Ασμάρα

Ημερομηνία δημοσίευσης πρωτότυπου άρθρου: 30.05.2013

Μετάφραση από τα γερμανικά προς τα ελληνικά

Πηγή: https://translateforjustice.com/2014/07/13/aus-eritrea-nach-italien-die-flucht-eines-studenten-aus-asmara/

(Πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά: http://frontierenews.it/2013/05/dalla-vita-in-eritrea-alla-fuga-in-italia-il-viaggio-di-abrham-rifugiato-studente-e-militante-originario-di-asmar)

Της Ροσέλα ντε Φάλκο

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί κάθε χρόνο φεύγουν χιλιάδες άνθρωποι από την Ερυθραία, όπου εδώ και 19 χρόνια βρίσκεται στην εξουσία ο δικτάτορας Ισάιας Αφεγουέρκι. Σύμφωνα με την τελευταία αναφορά της Διεθνούς Αμνηστίας, οι κάτοικοι της Ερυθραίας βρίσκονται ολοένα και περισσότερο εκτεθειμένοι στη βία των δυνάμεων εξουσίας. Οι απαγωγές, η αυθαίρετη στέρηση ελευθερίας, οι δολοφονίες και οι βιασμοί αποτελούν κομμάτι της καθημερινότητας. Η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτική τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες. Οι ανήλικοι, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι την τελευταία σχολική χρονιά να υπηρετήσουν στο στρατόπεδο εκπαίδευσης στη Sawa, υποβάλλονται σε καταναγκαστική εργασία. Παρόλα αυτά, πολλές χώρες όπως η Αίγυπτος, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία, το Σουδάν και η Ουκρανία εφαρμόζουν την αναγκαστική απέλαση.

Ο Abrham είναι ένας 22χρονος φοιτητής από την Ερυθραία. Τον γνώρισα στη βιβλιοθήκη Salaborsa της Μπολόνια, όπου διηγήθηκε την περιπέτειά του μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ «Mare Chiuso» («Κλειστή Θάλασσα») του Andrea Segre, σχετικά με την τύχη των προσφύγων. Το καλοκαίρι του 2007 έφτασε μέσω θαλάσσης στην Ιταλία λίγο πριν τη σύναψη συμφωνίας για αναγκαστική απέλαση μέσω θαλάσσης το Δεκέμβρη του ίδιου έτους ανάμεσα στην Ιταλία και τη Λιβύη. Ο Abrham μαζί με τους υπόλοιπους ακτιβιστές του κινήματος “Eritrean Youth Solidarity for Change” καταδικάζει τόσο τη στρατιωτική δικτατορία, η οποία καταπατεί συστηματικά τα ανθρώπινα δικαιώματα χιλιάδων ανθρώπων, όσο και το «ελαττωματικό και διόλου ευφυές» σύστημα υποδοχής της Ιταλίας. Ο Abrham θέλει να διηγηθεί την περιπέτειά του, γιατί νιώθει την ανάγκη να περιγράψει τις ακριβείς συνθήκες του δύσκολου δρόμου της μετανάστευσης και τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο δρόμος για τους πρόσφυγες. Εν τέλει είναι αμέτρητοι οι πρόσφυγες, οι άνθρωποι που έχουν εκκενωθεί και οι αιτούντες άσυλο που είναι αναγκασμένοι να ακολουθήσουν αυτόν το δρόμο. Αυτό που για μένα στην αρχή ήταν απλώς μία συνέντευξη κατέληξε σύντομα σε μια φιλία, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονη ανταλλαγή πολιτιστικών στοιχείων. Νιώθω τυχερή που είχα την ευκαιρία να είμαι παρούσα στην εξιστόρηση μιας τόσο πολύτιμης ιστορίας.

Από φοιτητής στην Ασμάρα σε παράνομο μετανάστη στη Λιβύη

Ονομάζομαι Abrham Tesfai και κατάγομαι από την Ασμάρα που βρίσκεται σε οροπέδιο στην Ερυθραία σε υψόμετρο 2000μ. Προέρχομαι από μικρή οικογένεια και μέχρι το γυμνάσιο πήγαινα σε σχολεία κοντά στο σπίτι μου. Ήμουν ευχαριστημένος με τη ζωή μου μέχρι που άρχισα σιγά-σιγά να νιώθω την πίεση της στρατιωτικής δικτατορίας, η οποία είναι άμεση συνέπεια της αποικιοκρατίας και του πολέμου. Το επικυρωμένο σύνταγμα του 1997 δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ. Οι δημοσιογράφοι είναι στη φυλακή, τα πανεπιστήμια είναι κλειστά, οι άνθρωποι εξαφανίζονται και η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτική τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες.

Η τελευταία σχολική χρονιά των μαθητών της Ερυθραίας πρέπει να γίνεται στο στρατόπεδο εκπαίδευσης. Εκεί ήμασταν 10.000 άτομα και η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Μόλις πατούσες το πόδι σου εκεί, σε έδερναν, για να σε εκφοβίσουν ή να χάσεις τα λογικά σου. Πρέπει να υπακούς. Αυτή είναι η νοοτροπία ενός δικτάτορα. Η χρονιά ήταν φρικτή. Όταν επέστρεψα σπίτι, οι γονείς μου ανησύχησαν, γιατί είχα κακοποιηθεί άσχημα και ήμουν πολύ αδυνατισμένος. Ωστόσο, είχα σκοπό να συνεχίσω να ζω και να σπουδάσω στην Ασμάρα. Ήθελα να επιστρέψω σε κανονικούς ρυθμούς, αλλά σύντομα συνειδητοποίησα ότι δεν ήμουν ελεύθερος να πραγματοποιήσω τα σχέδιά μου. Δεν ήμουν ούτε 18 χρονών, όταν με έστειλαν για καταναγκαστική εργασία σε μια περιοχή κοντά στα σύνορα με το Σουδάν και μακριά από το σπίτι για την κατασκευή ενός φράγματος. Έπαιρναν και γυναίκες σε αυτές τις εργασίες και ο μόνος τρόπος να το αποφύγουν αυτό ήταν ή να μείνουν έγκυες ή να παντρευτούν. Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να σκέφτομαι τη φυγή ως λύση. Μου φέρονταν λες και ήμουν σκλάβος, όμως δεν ήθελα να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου σαν σκλάβος. Κατάφερα να πείσω δυο αγόρια, τα οποία γνώρισα εκεί, να δραπετεύσουν μαζί μου. Αυτό δεν ήταν απλό. Πρέπει να είσαι αποφασισμένος, γιατί αν τυχόν σε πιάσουν να παραβιάζεις τα σύνορα, σε σκοτώνουν ή σε φυλακίζουν. Ένα βράδυ που έβρεχε πάρα πολύ και χάλασε μια λάμπα το σκάσαμε, αφού οι στρατιώτες δεν είχαν καλή ορατότητα. Μόλις αντιλήφθηκαν πως τρεις από μας έλειπαν, άρχισαν να μας καταδιώκουν, αλλά ήταν ήδη αργά.

Μια ολόκληρη μέρα και μια νύχτα περπατούσαμε, για να περάσουμε ένα δάσος και μια περιοχή στην έρημο, ώσπου να φτάσουμε στο ομοσπονδιακό κρατίδιο Kassala του Σουδάν. Κάποιοι νομάδες που συναντήσαμε μας βοήθησαν δίνοντάς μας οδηγίες για τη διαδρομή και προσφέροντάς μας λίγο γάλα. Έτσι λοιπόν φτάσαμε στο προσφυγικό καταυλισμό Wad Sharifey. Στον καταυλισμό μας έδωσαν ένα έγγραφο που μας επέτρεπε να ζήσουμε στη χώρα, αλλά δεν μας εγγυόταν καμία ασφάλεια. Για τους Σουδανούς στον καταυλισμό αποτελούσαμε λεία, μας εκβίαζαν και ζητούσαν χρήματα και μας απειλούσαν ότι, αν δεν τα έπαιρναν, θα μας έστελναν πίσω στην Ερυθραία. Θέλαμε δικαιώματα. Θέλαμε να φτάσουμε σε μια ασφαλή χώρα. Έτσι, λοιπόν, φτάσαμε με οτοστόπ και τη βοήθεια κάποιων γενναιόδωρων ανθρώπων στο Χαρτούμ, την πρωτεύουσα του Σουδάν. Εκεί επιτέλους μπόρεσα να επικοινωνήσω με την οικογένειά μου. Οι πατέρας και η μητέρα μου ήταν κατατρομαγμένοι, φοβούνταν για το γιο τους. Έφτασα εντελώς κουρελιασμένος, χωρίς παπούτσια και ρούχα, αλλά αργότερα συνήλθα. Έμεινα πέντε με έξι μήνες εκεί, τα έβγαζα πέρα δουλεύοντας ταξιτζής και έμενα σε ένα δωμάτιο με άλλα έξι άτομα. Από το Χαρτούμ μπορούσε κανείς να πετάξει για Νότια Αφρική, Ευρώπη ή Αμερική, αλλά αυτό ήταν πολύ ακριβό για μένα. Κόστιζε 10.000-12.000 ευρώ. Ποτέ δεν ονειρευόμουν τα πολλά λεφτά, αλλά τότε τα χρειαζόμουν όσο ποτέ. Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα να ακολουθήσω το δρόμο προς τη Λιβύη διαμέσου της ερήμου και μέσω θαλάσσης να φτάσω στην Ευρώπη. Αυτή ήταν η πιο εύκολη λύση, αλλά και ταυτόχρονα η πιο επικίνδυνη. Από τρία αυτοκίνητα που ξεκινούσαν, επέστρεφε συνήθως μόνο ένα. Στην έρημο δεν υπάρχουν πινακίδες και, αν έχανες το δρόμο ή ξέμενες από βενζίνη, ήσουν τελειωμένος και το ίδιο και ο οδηγός που είχες πληρώσει. Είπα στον πατέρα μου ότι χρειάζομαι λεφτά, για να ζήσω στο Σουδάν και μου έστειλε 800 ευρώ. Με αυτά τα λεφτά ξεκίνησα μαζί με άλλους 50 πρόσφυγες, κυρίως από Ερυθραία και Αιθιοπία. Μας μοίρασαν σε δύο αγροτικά. Δεν μπορείς καν να φανταστείς τι κατάσταση επικρατούσε. 50 άτομα στριμωγμένα, σε έπιανε κλειστοφοβία. Οι γυναίκες έκλαιγαν. Το χειρότερο ήταν ότι, αν έπεφτες από το αμάξι, έκαναν σαν να μην σε είχαν δει και συνέχιζαν την πορεία τους. Ύστερα από εφτά μέρες οι Σουδανοί οδηγοί μας παράτησαν σε μια έρημο της Λιβύης. Μας πλησίασαν κάποιοι άντρες, μας ζήτησαν χρήματα και μας ξυλοκόπησαν. Τελικά μας πήγαν κοντά στη Βεγγάζη. Ήρθαν ταξί, αλλά δεν είχα άλλα χρήματα και δεν ήξερα τι να κάνω. Υπήρχαν και άλλοι που δεν είχαν πια χρήματα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είχα πληρώσει για κάτι τέτοιο. Ήρθε η αστυνομία, ζήτησε τα χαρτιά μας και μας είπε πως είμαστε παράνομοι μετανάστες και μας έβαλαν στη φυλακή.

Το ταξίδι με το φουσκωτό σκάφος στη Μεσόγειο

Πάντα ήμουν αισιόδοξος, αλλά στη φυλακή έχασα το κουράγιο μου. Δεν είχα κάνει κάτι κακό. Ήταν μια τρύπα κάτω από το έδαφος, όπου κοιμόσουν, κατουρούσες και δεν μπορούσες να βγεις έξω στον καθαρό αέρα. Σε έναν καβγά είδα τον Τ., ένα φίλο μου από την Αιθιοπία, να πεθαίνει. Εγώ όμως στάθηκα τυχερός, διότι μετά από λίγο με πήραν οι στρατιώτες μαζί τους στο στρατόπεδο, για να δουλέψω γι’ αυτούς. Επειδή ήξερα τιγκρίνια και λίγα αραβικά, δούλευα γι’ αυτούς ως μεταφραστής. Συστήθηκα ως μουσουλμάνος και είπα ότι ονομάζομαι Ιμπραήμ. Μια Παρασκευή, όταν πηγαίναμε σε ένα τζαμί, δραπέτευσα. Όλο το Σάββατο κρυβόμουν, μέχρι που συνάντησα Σουδανούς βοσκούς, οι οποίοι με βοήθησαν να πάω στην Τρίπολη. Η Τρίπολη ήταν ο αρχικός μου προορισμός, διότι από εκεί μπορούσα να ξεκινήσω το θαλάσσιο ταξίδι μου. Πήρα τηλέφωνο τους γονείς μου και μου έστειλαν τα αναγκαία χρήματα ή καλύτερα τις οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής. Ο πατέρας μου ήταν πολύ λυπημένος για όλα αυτά που μου συνέβαιναν, αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσα να γυρίσω πλέον πίσω. Ακόμα δεν ξέρω πού βρήκα τόσο κουράγιο. Σήμερα θα ήταν αλλιώς. Η πρώτη απόπειρα απέτυχε. Ήμασταν 50-60 άτομα, μεταξύ των οποίων και έγκυες, και το φουσκωτό σκάφος βούλιαξε γρήγορα. Ήμουν ένας από αυτούς που μπόρεσαν και γύρισαν κολυμπώντας στην ακτή. Οι υπόλοιποι έμειναν μέσα στη θάλασσα, είτε έχασαν τη ζωή τους ή πήγαν στη φυλακή. Η δεύτερη απόπειρα πέτυχε. Και εκείνο το φουσκωτό βούλιαξε, αλλά αυτή τη φορά στα ιταλικά ύδατα. Ήταν τέλη του 2007, όταν ακόμα δεν υπήρχε νόμος περί αναγκαστικής απέλασης στη θάλασσα. Η ακτοφυλακή ήρθε.

Γενεύη: H εκπλήρωση ενός ονείρου

Πέρασα ένα μήνα στο κατάλυμα υποδοχής στην Caltanissetta της Σικελίας χωρίς να βγω έξω και χωρίς να έχω επαφή με τους κατοίκους. Κανείς δε μας έμαθε ιταλικά, δεν μπορούσαμε να γνωρίσουμε την κουλτούρα και δε μας έδιναν καμία πληροφορία. Μετά από ένα μήνα μου έδωσαν ένα προσωρινό έγγραφο και μου είπαν: «Δες πώς θα τα βγάλεις πέρα». Είχα φίλους στην Ελβετία, με τους οποίους επικοινώνησα. Μου έστειλαν 120 ευρώ (πράγμα που δε θα ξεχάσω ποτέ), για να πάρω το νυχτερινό τρένο από τη Ρώμη. (Δεν ήξερα καθόλου ιταλικά και το μόνο που έμαθα απέξω, χωρίς να ξέρω τι σημαίνει, ήταν η λέξη «νυχτερινό τρένο».) Έφτασα στη Γενεύη, όπου όλα ήταν διαφορετικά. Σου προσφέρουν καταφύγιο και σε βοηθάνε να ενταχθείς. Αλλά μόλις οι αρχές ανακάλυψαν ότι πρώτα είχα φτάσει στην Ιταλία, μετά από μια νύχτα στη φυλακή, με έστειλαν πίσω στα σύνορα.

Έτσι ξεκίνησε η ζωή μου στην Μπολόνια. Δεν θεωρούμαι ακόμα πρόσφυγας, αν και κάτι τέτοιο θα ήταν ωραίο, γιατί θα μπορούσα να διεκδικήσω δικαιώματα. Μόλις έφτασα στην Ιταλία, μου έδωσαν άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, την οποία έπρεπε να ανανεώνω κάθε χρόνο στην αστυνομία. Πρόκειται για μια άδεια, η οποία είναι για ανθρώπους με προβλήματα «προσωρινού χαρακτήρα». Όμως, εγκατέλειψα την πατρίδα και την οικογένειά μου λόγω της δικτατορίας που επικρατεί εδώ και 19 χρόνια. Στάθηκα τυχερός που με βοήθησαν άνθρωποι, οι οποίοι με έβαλαν στην καρδιά τους. Πήγα στο νυχτερινό σχολείο και το πανεπιστήμιο. Δύο χρόνια δεν είχα ασχοληθεί με τη ζωή της κοινότητας της Ερυθραίας. Τότε συνάντησα στην Μπολόνια υποστηρικτές του δικτάτορα και η οργή μου ξαναφούντωσε. Το μίσος μου για τη δικτατορία και η ανάμνηση του ταξιδιού μου με ώθησαν να ιδρύσω ένα παράρτημα του κινήματος «Eritrean Youth Solidarity For Change». Η ομάδα ιδρύθηκε τον Ιούνιο του περασμένου χρόνου. Προωθούμε πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης και αποκτούμε όλο και περισσότερα μέλη.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s